Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Α.Δ. Samael - ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΗΜΑ ΤΟΥ ΚΙΤΡΙΝΟΥ ΔΡΑΚΟΥ


ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΗΜΑ ΤΟΥ ΚΙΤΡΙΝΟΥ ΔΡΑΚΟΥ

Οκτώβριος 1972


Είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να απελευθερωνόμαστε κάθε φορά όλο και περισσότερο από τον νου. Ο νους είναι πραγματικά μπουντρούμι, μια φυλακή στην οποία όλοι βρισκόμαστε φυλακισμένοι. Χρειάζεται να δραπε­τεύσουμε από αυτή την φυλακή αν πραγματικά θέλουμε να ξέρουμε τι πράγμα είναι η ελευθερία. Αυτή η ελευθερία που δεν είναι του χρόνου, αυτή ελευθερία που δεν είναι του νου. Πρώτα από όλα πρέπει να θεωρούμε τον νου σαν κάτι που δεν είναι το ΕΙΝΑΙ. Οι άνθρωποι, δυστυχώς, είναι πολύ ταυτισμένοι με τον νου, λένε: «σκέπτομαι», αισθάνονται να είναι νους.

Υπάρχουν σχολές που αφοσιώνονται στο να δυναμώνουν τον νου, δίνουν μαθήματα δι' αλληλογραφίας, διδάσκουν πως να αναπτύσσεται η νοητική δύναμη κλπ. Όλα αυτά είναι παράλογα, το σωστό δεν είναι να δυναμώνουμε τα σίδερα της φυλακής στην οποία βρισκόμαστε. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να καταστρέφουμε αυτά τα σίδερα για να γνωρίσουμε την πραγματική ελευθερία, που όπως σας έλεγα, δεν είναι του χρόνου. Ενώ βρισκόμαστε μέσα στην φυλακή του διανοητικού θα είμαστε ανίκανοι να πειραματιστούμε την αληθινή ελευθερία.

Ο νους στον εαυτό του είναι μια φυλακή πολύ οδυνηρή, κανένας μέχρι τώρα δεν έγινε ευτυχής με τον νου.Πότε έχετε γνωρίσει τον πρώτο ευτυχυσμένο (από τον νου) άνθρωπο; Ο νους κάνει δυστυχισμένα όλα τα πλάσματα, τα κάνει κακομοίρικα. Οι πιο ευχάριστες στιγμές που έχουμε ζήσει στην ζωή μας έχουν έρθει με την απουσία του νου. Έχει συμβεί για μια στιγμή, ναι, αλλά δεν θα μπορέσουμε να το ξεχάσουμε ποτέ πια. Σε αυτό το δευτερόλεπτο έχουμε γνωρίσει το τι είναι η ευτυχία, αλλά αυτό έχει διαρκέσει μόνο ένα δευτερόλεπτο. Ο νους δεν ξέρει τι πράγμα είναι η ευτυχία, αυτός είναι μια φυλακή.

Πρέπει τότε να μάθουμε να κυριαρχούμε τον νου, όχι του άλλου αλλά τον δικό μας, να τον κυριαρχούμε αν θέλουμε να απελευθερωθούμε απ' αυτόν. Είναι απαραίτητο, γίνεται αναγκαίο να μάθουμε να κοιτάμε τον νου σαν κάτι που πρέπει να κυριαρχήσουμε, σαν κάτι που, ας πούμε, χρειάζεται να εξημερώσουμε. Ας θυμηθούμε τον θεϊκό Δάσκαλο Ιησού, όταν μπαίνει στην Ιερουσαλήμ ανεβασμένο στον γάιδαρό του την Κυριακή των Βαΐων. Αυτός ο γάιδαρος είναι ο νους που πρέπει να τον υπο­τάξουμε, πρέπει να ανεβούμε σε αυτόν, και όχι αυτός να ανέβει σε μας.

Δυστυχώς οι ανθρώπου είναι θύματα, ο γάιδαρος ανεβαίνει επάνω στους ανθρώπους, οι καημένοι οι άνθρωποι δεν ξέρουν να καβαλήσουν σ' αυτόν. Είναι ένας γάιδαρος, ας πούμε, αρκετά αδέξιος, καυ πρέπει να τον κυριαρχούμε αν αληθινά θέλουμε να ανέβουμε σ' αυτόν.



Κατά την διάρκεια του διαλογισμού πρέπει να συνομιλούμε με τον νου εάν κάποια απορία διαπερνά, χρειάζεται να κάνουμε ανατομία στην απορία. Όταν την έχουμε μελετήσει σωστά, όταν της έχουμε κάνει ανατο­μία δεν αφήνει στην μνήμη μας κανένα ίχνος, εξαφανίζεται. Αλλά όταν η απορία επιμένει, όταν θέλουμε μόνο να την πολεμάμε αδιάκοπα, τότε δημιουργείται μέσα μας μια σύγκρουση. Οποιαδήποτε απορία είναι ένα εμπόδιο για τον διαλογισμό.

Αλλά το να αρνηθούμε τις απορίες δεν είναι τρόπος για να τις εξα­λείφουμε, αλλά κάνοντας ανατομία για να δούμε τι είναι αυτό το πραγματικό που κρύβουν. Οποιαδήποτε απορία που επιμένει στον νου μετατρέπεται σε ένα εμπόδιο για τον διαλογισμό, τότε πρέπει να την ανα­λύουμε, να την τεμαχίζουμε, να ελαττώνουμε σε σκόνη την απορία, όχι μα­χόμενου, όχι επαναλαμβάνω, αλλά ανοίγοντάς την με το σκαρπέλο της αυτοκριτικής. Κάνοντάς της αυστηρή ανατομία, αμείλικτα θα ανακαλύψουμε τι είναι αυτό που υπήρχε σημαντικό στην απορία και τι είναι αυτό που δεν υπήρχε, και τι ήταν πραγματικό που υπήρχε στην απορία και τι μη πραγματικό. Έτσι λοιπόν οι απορίες μερικές φορές χρησιμεύουν για να ξεκαθαρίζουμε ιδέες. Όταν αφαιρούμε μια απορία δια μέσου της αυστη­ρής ανάλυσης, όταν της κάνουμε ανατομία, ανακαλύπτουμε κάποια αλή­θεια. Από αυτή την αλήθεια έρχεται κάτι πιο βαθύ, περισσότερη σοφία.

Τότε η σοφία επεξεργάζεται επάνω στην βάση της άμεσης εμπειρίας, επάνω στην ειδική πείρα, πάνω στην βάση του βαθύ διαλογισμού. Υπάρ­χουνε φορές, επαναλαμβάνω, που χρειαζόμαστε να συνομιλούμε με τον νου. Διότι πολλές φορές, όταν θέλουμε να είναι ήσυχος ο νους, όταν θέ­λουμε να βρίσκεται σε σιωπή, αυτός επιμένει στην μωρολογία του, σε μία μάχη αντιθέσεων. Τότε είναι αναγκαίο να ρωτάμε τον νου, να του πούμε: «Ωραία, τι είναι αυτό που θέλεις νου; Απάντησέ μου, εξήγησέ μου τι είναι αυτό που θέλεις;». Αν ο διαλογισμός είναι βαθύς μπορεί να αναβλύσει μια αντιπροσωπεία. Σε αυτή την αντιπροσωπεία, μορφή ή εικόνα βρίσκεται η απάντηση. Πρέπει τότε να συνομιλούμε με τον νου μέχρι να τον κάνουμε να δει την πραγματικότητα των πραγμάτων. Μέχρι να τον κάνουμε να δει ότι η απάντησή του είναι λανθασμένη, ότι οι απασχολήσεις του είναι άχρηστες (και την αιτία που είναι άχρηστες). Στο τέλος ο νους θα μείνει ήσυχος, σε σιωπή. Αλλά αν αισθανόμαστε ότι δεν αναβλύζει ακόμα φώτιση, ότι επιμέ­νει σε εμάς η χαώδης κατάσταση, η ασυνάρτητη σύγχυση, η μάχη και η μω­ρολογία του τότε πρέπει να καλέσουμε τον νου στην τάξη και να τον ξα­ναρωτήσουμε: «Τι είναι αυτό που θέλεις; Τι είναι αυτό που ψάχνεις; Γιατί δεν με αφήνεις σε ησυχία; Μίλα ξεκάθαρα». Να συνομιλούμε με τον νου σα να ήταν ένα άγνωστο άτομο (διότι είναι ένα άγνωστο άτομο) και δεν είναι το ΕΙΝΑΙ. Τότε πρέπει να του φερθούμε σαν σε άγνωστο άτομο, να τον νουθετούμε, να τον μαλώνουμε.

Οι μαθητές του προχωρημένου Ζεν συνηθίζουν το τζούντο. Αλλά το ψυχολογικό αυτό τζούντο δεν το καταλαβαίνουν οι τουρίστες όταν φτάνουν στην Ιαπωνία. Αν βλέπαμε π.χ. τους Μοναχούς καθώς μάχονται μεταξύ τους να κάνουν τζούντο, φαίνονται σαν ασκήσεις απλώς φυσικές αλλά δεν είναι. Όταν αυτοί κάνουν τζούντο πραγματικά σχεδόν δεν αντιλαμβάνονται το φυσικό σώμα. Η μάχη τους κατευθύνεται στο να κυριαρχούν τον δικό τους νου. Το τζούντο στο οποίο βρίσκονται μαχόμενοι είναι εναντίον του νου του καθενός. Έτσι λοιπόν το ψυχολογικό τζούντο έχει σαν στόχο να υποτάξει τον νου, να του φερθούμε επιστημονικά, τεχνικά με σκοπό να τον υποτάξουμε. Δυστυχώς οι Δυτικοί (όπως πάντα επιφανειακοί και ανόητοι) βλέπουν μόνο την φλούδα του τζούντο. Έπαιρναν το τζούντο σαν προσω­πική υπεράσπιση, ξέχασαν τις αρχές Ζεν και Τσανγκ και αυτό έγινε πραγμα­τικά αξιοθρήνητο. Είναι κάτι πολύ παρόμοιο με αυτό που συνέβη με το Ταρώ. Ξέρετε ότι στο Ταρώ βρίσκεται όλη η αρχαία σοφία. Ξέρετε ότι στο Ταρώ βρίσκονται όλοι οι κοσμικοί νόμοι της φύσης. Πχ ένα άτομο που μι­λάει εναντίον της Σεξουαλικής Μαγείας, μιλάει εναντίον του Αρκάνο 9 του Ταρώ και γι αυτό βάζει απάνω του ένα τρομερό κάρμα. Ένα άτομο που μι­λάει ας πούμε υπέρ του δόγματος της εξέλιξης (και θέλει να σκλαβώνει τους νόες των άλλων μέσα στο δόγμα της εξέλιξης) παραβαίνει το Αρκάνο 10 του Ταρώ και έτσι διαδοχικώς. Το Ταρώ είναι το πατρόν του μεγέθους για όλους όπως το είπα στο βιβλίο μου με τίτλο «Το μυστήριο της Χρυσής Άνθισης». Τελειώνω λέγοντας ότι οι συγγραφείς είναι ελεύθεροι να γρά­φουν ότι θέλουν, πολύ ελεύθεροι, αλλά να μην ξεχνούν το πατρόν του με­γέθους που είναι το Ταρώ, το Χρυσό Βιβλίο αν δεν θέλουν να πέφτουν κάτω από τον νόμο της Κατάνσια[1]. Όποιοι υπερασπίζονται το δόγμα της εξέ­λιξης παραβαίνουν τους νόμους του Αρκάνο 10 του Ταρώ.

Ωραία, μετά από αυτή την μικρή έκθεση θέλω να σας πω ότι το Ταρώ (το τόσο ιερό, το τόσο σοφό) μετατράπηκε στο παιχνίδι του πόκερ, στα διάφορα παιχνίδια με χαρτιά που υπάρχουν για να διασκεδάζουν οι άνθρω­ποι. Οι άνθρωποι ξέχασαν τους νόμους του, τις αρχές του. Οι ιερές πισίνες των ναών της αρχαιότητας, ναοί των μυστηρίων, μετατράπηκαν σήμερα στις δεξαμενές για κολυμβητές. Η ταυρομαχία, βαθιά ταυρική επιστήμη των αρχαίων Μυστηρίων του Ποσειδώνα στην Ατλαντίδα, έχασε τις αρχές της και μετατράπηκε σήμερα σε ένα χυδαίο τσίρκο για όλους.

Έτσι λοιπόν δεν είναι παράξενο ότι το τζούντο Ζεν Τσάνγκ (που έχει σαν στόχο να υποτάσσει τον ιδιαίτερο νου σε κάθε μια από τις ιδιαίτερες στάσεις και κινήσεις του) να έχει εκφυλιστεί, να έχει χάσει τις αρχές του στον δυτικό κόσμο και να μην έχει μετατραπεί σε τίποτε άλλο παρά σε κάτι βέβηλο που χρησιμοποιείται σήμερα μόνο για την προσωπική υπεράσπιση. Ας κοιτάξουμε την ψυχολογική άποψη του τζούντο. Αλλά δεν θέλω να σας πω ότι θα σας διδάξω φυσικό τζούντο (γιατί ούτε και εγώ το ασκώ) αλλά θα σας διδάξω το ψυχολογικό τζούντο. Χρειάζεται να κυριαρχούμε τον νου. Ο νους πρέπει να υπακούει. Πρέπει να τον νουθετούμε αποφασιστικά για να μας υπακούει.

Πως είναι δυνατόν να είμαστε σε μία πρακτική διαλογισμού και όμως ο νους να επιβάλλεται (στις στιγμές που γυρεύουμε την γαλήνη και την σιωπή) και να μην μένει ήρεμος; Πρέπει να ξέρουμε γιατί δεν θέλει να μένει ήρεμος, πρέπει να τον ρωτάμε, να τον νουθετούμε, να τον μαστιγώνουμε, να τον κάνουμε να υπακούει. Είναι ένας πεισματάρης γάιδαρος, αδέξιος που πρέπει να τον κυριαρχούμε.

Αυτό δεν το έχει διδάξει ο Κρισναμούρτι, ούτε το Ζεν, ούτε το Τσάνγκ. Αυτό που λέω ανήκει στο Δεύτερο Κόσμημα του Κίτρινου Δρά­κου, στο Δεύτερο Κόσμημα της Σοφίας. Μέσα στο Πρώτο Κόσμημα μπο­ρούμε να συμπεριλάβουμε το Ζεν, αλλά το Δεύτερο Κόσμημα δεν εξηγείται από το Ζεν αν και έχει τα προκαταρκτικά με το ψυχολογικό τζούντο του. Το Δεύτερο Κόσμημα περιλαμβάνει την πειθαρχία του νου κυριαρχώντας τον, μαστιγώνοντάς τον, μαλώνοντάς τον. Ο νους είναι ένας ανυπόφορος γάιδα­ρος που πρέπει να εξημερώσουμε.

Έτσι λοιπόν κατά την διάρκεια του διαλογισμού πρέπει να υπολογί­σουμε πολλούς παράγοντες. Αν θέλουμε να φτάσουμε στην γαλήνη και στην σιωπή του νου χρειάζεται να μελετάμε την αταξία διότι μόνο έτσι μπορούμε να εγκαταστήσουμε την τάξη. Πρέπει να ξέρουμε τι το προσε­κτικό και τι το απρόσεκτο είναι αυτό που υπάρχει σε μας. Πάντα όταν μπαί­νουμε σε διαλογισμό ο νους μας είναι διαιρεμένος σε δύο μέρη: το μέρος που προσέχει (το προσεκτικό μέρος) και το απρόσεκτο μέρος. Δεν είναι στο προσεκτικό μέρος που πρέπει να βάλουμε προσοχή παρά ακριβώς σε αυτό που είναι απρόσεκτο μέσα σε εμάς.

Όταν επιτυγχάνουμε να καταλάβουμε σε βάθος τι το απρόσεκτο υπάρχει σε εμάς και να μελετήσουμε τις διαδικασίες για να μετατρέπεται το απρόσεκτο σε προσεκτικό, θα έχουμε επιτύχει την γαλήνη και την σιωπή του νου. Αλλά πρέπει να είμαστε συνετοί στον διαλογισμό. Να κρίνουμε τον εαυτό μας. Να ξέρουμε τι το απρόσεκτο υπάρχει σε μας. Χρειαζόμαστε να γινόμαστε συνειδητοί από εκείνο το απρόσεκτο που υπάρχει σε μας.



ΕΡ. Όταν λέμε ότι πρέπει να κυριαρχούμε τον νου, ποιος πρέπει να τον κυριαρχεί;

ΑΠ. Η ουσία, η ουσία πρέπει να κυριαρχεί τον νου, η Συνείδηση.

ΕΡ. Τότε αφυπνίζοντας συνείδηση έχουμε περισσότερη εξουσία πάνω στον νου;

ΑΠ. Φυσικά ναι αν γινόμαστε συνειδητοί από εκείνο το ασυνείδητο που υπάρχει σε εμάς. Έτσι λοιπόν γίνεται επείγον, μη αναβλητό να κυριαρ­χούμε τον νου, να συνομιλούμε με αυτόν, να τον νουθετούμε, να τον μαστι­γώνουμε με το μαστίγιο της θέλησης, να τον κάνουμε να υπακούει. Αυτό ανήκει στο Δεύτερο Κόσμημα του Κίτρινου Δράκου. Όπως σας έχω πει, ήμουνα μετενσαρκωμένος στην παλιά Κίνα και ονομαζόμουν Τσού Λί. Ήμουνα μυημένος στο Τάγμα του Κίτρινου Δράκου. Έχω διαταγές να δώσω τα επτά Κοσμήματα του Κίτρινου Δράκου.

Πρώτ’ απ’ όλα δεν πρέπει να ταυτιζόμαστε με τον νου αν είναι ότι αληθινά θέλουμε να βγάλουμε την καλύτερη απόδοση του Δεύτερου Κο­σμήματος. Διότι αν εμείς αισθανόμαστε ότι είμαστε νους, αν λέμε: «συλλο­γίζομαι, σκέπτομαι», τότε βεβαιώνω έναν μωρό. Τότε δεν συμφωνώ με την διδασκαλία του Κίτρινου Δράκου διότι το Είναι δεν χρειάζεται να σκέπτε­ται. Το Είναι δεν χρειάζεται να συλλογίζεται, όποιος συλλογίζεται είναι ο νους. Το Είναι είναι το Είναι και ο Λόγος να είναι το Είναι είναι το ίδιο το Είναι. ΑΥΤΟ είναι αυτό που Είναι, αυτό που πάντα θα Είναι. ΑΥΤΟ είναι η ζωή που πάλλεται σε κάθε άτομο, που πάλλεται σε κάθε ήλιο. Έτσι λοιπόν αυτός που σκέπτεται δεν είναι το Είναι, όποιος συλλογίζεται δεν είναι το Είναι. Εμείς δεν έχουμε ενσαρκωμένο όλο το Είναι, αλλά έχουμε ενσαρκω­μένο ένα μέρος του Είναι. Αυτό είναι η Ουσία, το Μπουδάτα αυτό που υπάρχει από ψυχή σε εμάς, το ψυχικό υλικό. Τότε είναι αναγκαίο αυτή η ζωντανή Ουσία να επιβάλλεται στον νου.

ΕΡ. Δάσκαλε θέλετε να πείτε τότε ότι αυτός που αναλύει είναι το Εγώ; τα Εγώ;

ΑΠ. Έτσι είναι, διότι τα Εγώ δεν είναι παρά μορφές του νου, διανοη­τικές μορφές που πρέπει να καταστρέφουμε, να ελαττώνουμε σε κοσμική σκόνη.

ΕΡ. Σε αυτή την περίπτωση παύουμε να αναλύουμε και να συλλογι­ζόμαστε;

ΑΠ. Βεβαίως ναι. Ακόμα θα μπορούσε να συμβεί το γεγονός κάποιος να διαλύσει τα Εγώ, να τα εξαλείψει. Μπορεί να συμβεί το γεγονός ότι αυ­τός, ο κάποιος που διαλύει το Εγώ, να κατασκευάσει ένα Διανοητικό σώμα και πραγματικά να αποκτήσει διανοητική ατομικότητα. Αλλά όμως πρέπει να ελευθερωθεί ακόμη και από το ίδιο το διανοητικό σώμα διότι αυτό το σώμα όσο τέλειο και αν είναι συλλογίζεται επίσης, σκέπτεται επίσης και ο υψηλότερος τρόπος σκέψης είναι η «μη σκέψη». Όσο σκεπτόμαστε δεν είμα­στε στον πιο ψηλό τρόπο σκέψης. Το Είναι δεν χρειάζεται να σκέπτε­ται. ΑΥΤΟ είναι αυτό που πάντα ήταν και πάντα θα είναι. Έτσι λοιπόν σε σύνθεση πρέπει να υποδουλώνουμε τον νου, να τον μαστιγώνουμε, να τον ρωτάμε. Δεν χρειαζόμαστε να υποτάξουμε τον νου των άλλων διότι αυτό είναι μαύρη μαγεία. Δεν χρειαζόμαστε να υποτάξουμε τον νου κανενός διότι αυτό είναι αγυρτεία του χειρότερου είδους. Αυτό που χρειαζόμαστε εμείς είναι να υποτάξουμε τον δικό μας νου, να τον κυριαρχήσουμε.

Κατά την διάρκεια του διαλογισμού, επαναλαμβάνω, υπάρχουν δύο μέρη: αυτό που είναι προσεκτικό και αυτό που είναι απρόσεκτο. Χρειάζεται να γινόμαστε συνειδητοί από αυτό το απρόσεκτο που υπάρχει σε εμάς. Γι­νόμενοι συνειδητοί μπορούμε να διασαφηνίζουμε ότι το απρόσεκτο έχει πολλούς παράγοντες. Ας αναλύσουμε μερικούς από αυτούς τους παράγο­ντες:

Αμφιβολία. Υπάρχουν πολλές αμφιβολίες, είναι πολλές οι αμφιβολίες που υπάρχουν στον ανθρώπινο νου. Από πού προέρχονται οι αμφιβολίες του νου; Ας δούμε για παράδειγμα τον υλισμό, τον αθεϊσμό, τον σκεπτικι­σμό. Αν τα κομματιάσουμε βλέπουμε ότι υπάρχουν πολλές μορφές σκεπτι­κισμού, πολλές μορφές αθεϊσμού και πολλές μορφές υλισμού. Υπάρχουν άνθρωποι που λέγονται άθεοι, υλιστές. Όμως φοβούνται π.χ. την αγυρτεία, την μαγεία. Σέβονται την φύση, ξέρουν να βλέπουν τον Θεό στην φύση αλλά με τον τρόπο τους. Όταν τους μιλάμε επάνω στα θρησκευτικά ή πνευματικά θέματα δηλώνουν άθεοι, υλιστές. Ο αθεϊσμός τους δεν είναι τίποτε άλλο από μία αρχική μορφή.

Υπάρχει μία άλλη μορφή υλισμού και αθεϊσμού. Είναι του τύπου μαρξισμός-λενινισμός άπιστος, σκεπτικιστής. Κατά βάθος κάτι ψάχνει αυ­τός ο άθεος υλιστής. Θέλει απλώς να εξαφανίζεται, να μην υπάρχει, να εξα­λείφεται εντελώς, δεν θέλει να ξέρει τίποτε για την Θεϊκή Μονάδα, την μι­σεί. Πραγματικά με το να προχωρεί έτσι θα καταστραφεί όπως αυτός το θέ­λει, είναι γούστο του, θα σταματήσει να υπάρχει, θα κατεβαίνει στους κο­λασμένους κόσμους, προς το κέντρο βαρύτητας του πλανήτη, αυτό είναι γούστο του, θα αυτοκαταστρέφεται, θα χάνεται. Αλλά αν συνεχίζει η ουσία θα απελευθερωθεί, θα έρθει ξανά σε καινούριες ανοδικές εξελίξεις και θα περάσει από καινούριες καθοδικές εξελίξεις. Θα έρθει ξανά και ξανά σε διαφορετικούς κύκλους εκδηλώσεως για να πέφτει στον ίδιο σκεπτικισμό και υλισμό. Αλλά τέλος θα φανεί το αποτέλεσμα. Ποιο; Όταν την ημέρα που οριστικά κλείνονται όλες οι πόρτες, όταν οι 3.000 κύκλοι εξαντλούνται τότε αυτή η Ουσία απορροφάται στην Μονάδα. Αυτή με την σειρά της μπαίνει στην αγκαλιά του Παγκόσμιου Πνεύματος της Ζωής αλλά χωρίς μαεστρία. Τι ήταν εκείνο που πραγματικά ήθελε αυτή η Ουσία; Τι ήταν αυτό που έψαχνε με τον υλισμό της; με τον αθεϊσμό της; ποιος ήταν ο πόθος της; Ο πόθος της ήταν να αρνηθεί την μαεστρία, αυτό ήταν που ήθελε στο βάθος και το επιτυγχάνει. Το αξιολογεί και στο τέλος τελειώνει σαν ένας σπινθήρας χωρίς μαεστρία. Έτσι λοιπόν οι μορφές του σκεπτικισμού είναι διαφορετικές. Υπάρχουν άνθρωποι που λέγονται καθολικοί, αποστολικοί και ρωμαϊκοί. Όμως στις πράξεις τους είναι ωμά υλιστές και αθεϊστές. Αλλά πηγαίνουν στην εκκλησία τις Κυριακές, μεταλαμβάνουν και εξομο­λογούνται. Αυτή είναι άλλη μορφή σκεπτικισμού. Αν αναλύσουμε όλες αυ­τές τις μορφές του υλισμού και σκεπτικισμού, που υπάρχουν και θα υπάρ­χουν, ανακαλύπτουμε ότι δεν υπάρχει μόνο ένας σκεπτικισμός, δεν υπάρχει μόνο ένας υλισμός. Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχουν εκατομμύρια μορφές σκεπτικισμού και υλισμού. Και είναι εκατομμύρια γιατί απλώς είναι διανοητικές, πράγματα του νου. Δηλαδή ο σκεπτικισμός και ο υλισμός είναι του νου και όχι του Είναι.

Όταν κάποιος έχει περάσει πιο πέρα από τον νου έχει γίνει συνειδη­τός της αλήθειας που δεν είναι του χρόνου. Εκείνος που έχει ακούσει κά­ποια φορά τον Λόγο, ο οποίος βρίσκεται πιο πέρα από τον χρόνο, πιο πέρα από τον νου, πραγματικά δεν μπορεί να είναι ούτε υλιστής ούτε αθεϊστής. Ο αθεϊσμός είναι του νου, ανήκει στον νου, είναι σαν μία δαντέλα. Όλες οι μορφές του υλισμού και του αθεϊσμού μοιάζουν με μία μεγάλη δαντέλα, εί­ναι πολλές, τόσο διαφορετικές, είναι η δαντέλα του νου. Αλλά αυτό το Πραγματικό που υπάρχει είναι πιο πέρα από τον νου. Ο αθεϊστής, ο υλιστής είναι αγνοών. Ποτέ δεν έχει ακούσει τον Λόγο. Ποτέ δεν έχει γνωρίσει τον Θεϊκό Λόγο. Ποτέ δεν έχει μπει στο ρεύμα του ήχου. Έτσι λοιπόν είναι στον νου που δημιουργείται ο αθεϊσμός και ο υλισμός. Είναι μορφές του νου, απατηλές μορφές που δεν έχουν καμία πραγματικότητα. Αυτό που αληθινά είναι πραγματικό δεν ανήκει στον νου, είναι πιο πέρα από τον νου. Το να απε­λευθερωνόμαστε από τον νου είναι σημαντικό για να γνωρίσουμε το πραγ­ματικό, όχι για να το γνωρίσουμε διανοητικά αλλά για να το πειραματι­σθούμε πραγματικά και αληθινά.

Έτσι λοιπόν με το να βάλουμε προσοχή σε αυτό το απρόσεκτο που υπάρχει μπορούμε να δούμε τις διαφορετικές αιτίες του σκεπτικισμού, της απιστίας, της αμφιβολίας κ.λ.π. Βλέποντας οποιαδήποτε απορία οποιουδή­ποτε είδους πρέπει να την κομματιάζουμε, να της κάνουμε ανατομία για να δούμε τι είναι αυτό που θέλει αληθινά. Και όταν την έχουμε κομματιάσει τελείως η απορία εξαφανίζεται χωρίς να αφήνει στον νου κανένα ίχνος, χω­ρίς να αφήνει στην μνήμη ούτε το πιο ασήμαντο σημάδι.

Όταν παρατηρούμε το απρόσεκτο που υπάρχει σε μας βλέπουμε επί­σης την μάχη των αντιθέτων στον νου. Είναι τότε όταν πρέπει να κομματιά­σουμε αυτές τις αντιθέσεις για να δούμε τι είναι αυτό το αληθινό που έχουν. Άλλες φορές αναμνήσεις, συγκινήσεις, επιθυμίες ή απασχολήσεις δεν ξέ­ρουμε γιατί έρχονται και από πού έρχονται.

Όταν βλέπουμε συνετά ότι υπάρχει ανάγκη να ανακαλέσουμε τον νου στην τάξη, υπάρχει ένα οριακό σημείο στο οποίο έχουμε κουραστεί από τον νου ο οποίος δεν θέλει να υπακούει με κανένα τρόπο. Τότε δεν μας μένει άλλο παρά να τον νουθετούμε, να του μιλάμε δυνατά, να τον φέρουμε μπροστά μας πρόσωπο με πρόσωπο σαν ένα ξένο και ανεπιθύμητο άτομο. Να τον μαστιγώνουμε με το μαστίγιο της θέλησης και να τον συμβουλεύ­ουμε με σκληρά λόγια μέχρι να τον κάνουμε να υπακούσει. Πρέπει να συ­νομιλήσουμε πολλές φορές με τον νου για να καταλάβει, αν δεν καταλαβαί­νει πρέπει να τον ανακαλούμε στην τάξη αυστηρά.

Είναι απαραίτητο να μην ταυτιζόμαστε με τον νου, να τον μαστιγώ­νουμε υποτάσσοντάς τον, κυριαρχώντας τον. Αυτός θα αντιδρά και εμείς θα τον ξαναμαστιγώνουμε. Έτσι φεύγουμε από τον νου και φτάνουμε στην αλή­θεια, εκείνο που πραγματικά δεν είναι του χρόνου. Όταν επιτυγχάνουμε να πλησιάζουμε αυτό που δεν είναι του χρόνου μπορούμε να πειραματιζόμα­στε με ένα στοιχείο που μετατρέπει ριζικά.

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο μετατρεπτικό στοιχείο που δεν είναι του χρόνου. Μπορούμε μόνο, επαναλαμβάνω, να το πειραματιστούμε όταν βγαίνουμε από τον νου. Και αυτό γίνεται όταν αισθανόμαστε τον μετατρο­πέα στοιχείο. Να μαχόμαστε αδιάκοπα για να επιτύχουμε την Εσωτερική Αυτοπραγμάτωση του Είναι.

Ξανά και ξανά χρειαζόμαστε να απελευθερωνόμαστε από τον νου και να μπαίνουμε στο ρεύμα του ήχου, στον κόσμο της μουσικής, στον κόσμο στον οποίο αντηχεί ο λόγος των Ελοχίμ, όπου πραγματικά βασιλεύει η Αλήθεια. Αλλά ενώ είμαστε εμφιαλωμένοι μέσα στον νου τι μπορούμε να ξέρουμε για την Αλήθεια; Αυτό που οι άλλοι λένε. Αλλά τι ξέρουμε εμείς; Το σημαντικό δεν είναι αυτό που οι άλλοι λένε αλλά αυτό που πειραματι­ζόμαστε εμείς από τον ίδιο τον εαυτό μας. Το πρόβλημά μας έγκειται στο πως θα ξεφύγουμε από τον νου. Χρειαζόμαστε επιστήμη, σοφία για να χει­ραφετηθούμε. Έτσι λοιπόν αγαπητοί μου αδελφοί περιμένω πως όλοι θα κάνετε συνείδηση, στην σημερινή πρακτική, από το απρόσεκτο που υπάρχει σε εσάς. Περιμένω να είστε ικανοί να κάνετε ανατομία σε οποιαδήποτε απορία, να είστε ικανοί να κυριαρχείτε τον νου, να συλλογίζεστε πρόσωπο με πρόσωπο με αυτόν, να τον επιπλήττετε.

Όταν πιστεύουμε ότι ο νους είναι ήρεμος, ότι είναι σε σιωπή και όμως δεν έρχεται σε εμάς καμία θεϊκή εμπειρία φταίει γιατί δεν είναι ήρε­μος, ούτε σε σιωπή. Στο βάθος αυτός συνεχίζει μαχόμενος, στο βάθος μω­ρολογεί. Τότε εμείς μέσω του διαλογισμού πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε, να συνομιλούμε με αυτόν, να τον επιπλήττουμε, να τον ρωτάμε να απαντή­σει, να εξηγήσει τι είναι αυτό που θέλει. Να του πούμε: «Νου γιατί δεν εί­σαι ήρεμος; Γιατί δεν με αφήνεις ήσυχο; Τι είναι αυτό που θέλεις;» Αυτός θα δίνει κάποια απάντηση. Τότε εμείς του απαντάμε με άλλη εξήγηση προσπα­θώντας να τον πείσουμε. Αλλά αν δεν θέλει να πεισθεί δεν μένει άλλη λύση παρά να του επιβληθούμε μέσω της επίπληξης και του μαστιγίου της θέλη­σης.

Όπως σας έλεγα αυτό ανήκει στο Δεύτερο Κόσμημα του Κίτρινου Δράκου. Το Ζεν περιέχει το Πρώτο Κόσμημα. Αυτές οι γνώσεις που σας δίνω απόψε ανήκουνε στο Δεύτερο Κόσμημα. Υπάρχουνε ερωτήσεις;

ΕΡ. Δάσκαλε μας έχουν δείξει ότι θα μπορούσαμε επίσης να διαλογι­στούμε στα αντίθετα. Αν έχω στον νου μία όμορφη κοπέλα τότε πρέπει να τοποθετώ μία άσχημη και αν βλέπω ένα λουλούδι να τοποθετώ ένα μαρα­μένο. Έτσι αυτό φαίνεται να σκορπίζει την εικόνα. Είναι λοιπόν δυνατόν να καθησυχάζουμε τον νου όχι με δύναμη αλλά να φτάσουμε αν είναι ήσυχος αυθόρμητα;

ΑΠ. Όλο αυτό που εκθέτεις δεν είναι παρά: «Το απόσπασμα από μια μυστική διδασκαλία». Εκείνο που πάει πιο βαθιά από αυτό είναι αυτό που σας διδάσκω τώρα. Έτσι π.χ. μας έρχεται μία σκέψη μίσους, μία μοχθηρή ανάμνηση. Τότε πρέπει να προσπαθούμε να την καταλαβαίνουμε. Να προ­σπαθούμε να δούμε την αντίθεσή της, που είναι η αγάπη. Αν υπάρχει αγάπη προς τί αυτό το μίσος; με ποιον σκοπό; Αναβλύζει π.χ. η ανάμνηση μιας λά­γνας πράξης. Να περάσουμε από τον νου μας το Ιερό Δισκοπότηρο και την Άγια Λόγχη και να πούμε: «Γιατί πρέπει να τα βεβηλώνω με τις νοσηρές σκέψεις μου; Τι είναι αυτό που θέλω κατά βάθος;». Αν μετά συνεχίζει με την μορφή του, θα λέγαμε την απλώς εσωτεριστική, αναβλύζει η ανάμνηση από ένα ψηλό άνθρωπο. Εκεί τον βλέπεις κοντό, τότε αυτό είναι απλώς σω­στό. στην σύνθεση είναι το κλειδί, να ξέρουμε πάντα να ψάχνουμε την σύν­θεση. Διότι από την θέση πρέπει να περάσουμε στην αντίθεση, αλλά η αλή­θεια δεν βρίσκεται ούτε στην θέση ούτε στην αντίθεση. Στην αντίθεση και την θέση υπάρχει συζήτηση. Το αποτέλεσμα της συζήτησης είναι η λύση. Αυτό είναι εκείνο ακριβώς που θέλουμε: βεβαίωση, άρνηση, συζήτηση, λύση. Βεβαίωση από μία κακή σκέψη, άρνηση της ίδιας μέσω της κατα­νόησης του αντιθέτου της (πρέπει να συζητάμε τι είναι αυτό που έχουν από πραγματικό το ένα και το άλλο μέχρι να φτάσουμε στην σοφία) και να αφή­νουμε τον νου ήσυχο, σε σιωπή. Έτσι είναι το πώς πρέπει να κάνουμε την πρακτική. Τότε όλο αυτό είναι ένα μέρος των πρακτικών της παρατήρησης του απρόσεκτου που υπάρχει σε μας. Αλλά αν απλώς λέμε: «Είναι η ανά­μνηση ενός ψηλού ανθρώπου» και τον βάζουμε δίπλα σε έναν κοντό και τέρμα αυτό δεν είναι σωστό. Το σωστό θα ήταν να πούμε: «Το ψηλό και το κοντό δεν είναι παρά δύο απόψεις από το ίδιο πράγμα. Αυτό που μετράει δεν είναι ούτε το ψηλό ούτε το κοντό, παρά αυτό που υπάρχει από αλήθεια πίσω από όλα αυτά. Το ψηλό και το κοντό είναι απλώς δύο απατηλά φαινό­μενα του νου». Έτσι φτάνουμε στην σύνθεση, στην λύση.

ΕΡ. Εγώ είμαι προσεκτικός σε αυτό που εσείς εξηγείτε, αλλά ποιο εί­ναι το μέρος από το οποίο δεν είμαι προσεκτικός; Αυτό είναι εκείνο που δεν καταλαβαίνω. Προσπαθώ να απελευθερωθώ από τον νου. Το γεγονός του να συλλαμβάνω τις σκέψεις, τις εικόνες που έρχονται, το να τις αναλύσω για να δω τι απορίες έχουνε, αυτό είναι εκείνο που τραβάει την προσοχή;

ΑΠ. Εκεί υπάρχει προσοχή, αλλά το απρόσεκτο είναι φτιαγμένο από το υποσυνείδητο, από το ασυνάρτητο, από την ποσότητα αναμνήσεων που αναβλύζουν στον νου, από τις μνήμες του παρελθόντος που έρχονται ξανά και ξανά από τα απομεινάρια της μνήμης κ.λ.π.

ΕΡ. Και αυτά πρέπει να τα απωθούμε;

ΑΠ. Ούτε να τα αποδεχόμαστε ούτε να τα απωθούμε. Να γινόμαστε συνειδητοί από το απρόσεκτο που υπάρχει και έτσι το απρόσεκτο θα γίνει προσεκτικό, με φυσικό και αυθόρμητο τρόπο μένει προσεκτικό το απρόσε­κτο.

ΕΡ. Δάσκαλε αυτό επίσης μπορούμε να το κάνουμε στην κανονική ζωή όταν έρχεται μία κακή σκέψη και να κάνουμε διαλογισμό στην πλήρη καθημερινή ζωή;

ΑΠ. Βεβαίως ναι, το κάνει απλώς αυτός που είναι πρακτικός, κάνει την ζωή του ένα συνεχές ρεύμα διαλογισμού. Όχι μόνο τον διαλογισμό τις στιγμές που βρίσκεται σπίτι του ή στο αγιαστήριο ή στο Λουμισιάλ κάνο­ντας πρακτική, αλλά επίσης μπορεί να αγκαλιάζει το ρεύμα της καθημερι­νής ζωής και πράγματι μετατρέπει την ζωή του σε ένα αδιάκοπο διαλογι­σμό.

Έτσι είναι το πώς έρχεται πραγματικά η αλήθεια. Χρειάζεται να ωρι­μάσουμε. Υπάρχει άλλη ερώτηση;

ΕΡ. Μπορούμε να σκεπτόμαστε ότι ο νους είναι το εγώ και η συνεί­δηση είναι η ψυχή;

ΑΠ. Ναι, ο νους ο ίδιος είναι το εγώ, αλλά το κατάλληλο είναι να κα­ταστρέφουμε το εγώ και έτσι μένει η διανοητική ουσία. Μπορούμε να κα­τασκευάζουμε το Διανοητικό Σώμα αλλά πάντα θα έχουμε τον νου. Το ση­μαντικό είναι να απελευθερωνόμαστε από τον νου, να μένουμε ελεύθεροι από αυτόν. Όταν μείνουμε ελεύθεροι θα μάθουμε να λειτουργούμε στον κόσμο του αγνού πνεύματος χωρίς τον νου. Θα ξέρουμε να ζούμε αυτό το ρεύμα του ήχου που είναι πιο πέρα από τον νου και δεν είναι του χρόνου. στον νου αυτό που υπάρχει είναι άγνοια. Η πραγματική σοφία δεν είναι του νου, είναι πιο πέρα από τον νου. Ο νους είναι αγνοών και γι’ αυτό πέφτει και ξαναπέφτει σε τόσο σοβαρά λάθη.

ΕΡ. Δάσκαλε υποφέρει κανείς πολύ από τον νου. Είμαι σε μία συνεχή μάχη με τον νου.

ΑΠ. Όλα τα ανθρώπινα πλάσματα είναι πικραμένα από τον νου. Ας δείτε πόσο ανόητοι είναι εκείνοι που κάνουν προπαγάνδα για τον νου, εκεί­νοι που υπόσχονται διανοητικές εξουσίες, που διδάσκουν τους άλλους να κυριαρχούν τους νόες των άλλων κ.λ.π. Ο νους δεν έχει κάνει ευτυχισμένο κανέναν. Η αληθινή ευτυχία είναι πιο πέρα από τον νου. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει να γνωρίσει την ευτυχία ενώ δεν ανεξαρτητοποιείται από τον νου, υπάρχει καμία άλλη ερώτηση αδελφοί;

ΕΡ. Όταν κάποιος ονειρεύεται είναι γιατί δεν είναι προσεκτικός;

Απ. Τα όνειρα ανήκουν στην ασυνειδησία. Όταν κάποιος αφυπνίσει συνείδηση αφήνει τα όνειρα. Τα όνειρα δεν είναι παρά προβολές του νου. Θυμάμαι μια συγκεκριμένη μέρα ένα δικό μου γεγονός στους Ανώτερους Κόσμους. Ήταν μόνο μία στιγμή αμέλειας. Είδα πως μου έφυγε από τον νου ένα όνειρο, ήδη πήγαινα ν’ αρχίσω να ονειρεύομαι. Αντέδρασα μέσα από το όνειρο που μου ξέφυγε για ένα δευτερόλεπτο αμέλειας. Αλλά βέβαια επειδή κατάλαβα την διαδικασία, γρήγορα απομακρύνθηκα από αυτήν την απολι­θωμένη μορφή που ξέφυγε από τον δικό μου νου για ένα δευτερόλεπτο αμέ­λειας. Αλλά τι θα είχε γίνει αν ήμουνα κοιμισμένος; Θα είχα μείνει εκεί πολύ μπερδεμένος από αυτή την διανοητική μορφή. Αλλά όταν κάποιος εί­ναι ξύπνιος, ξέρει αμέσως ότι από μια στιγμή αμέλειας μπορεί να του ξεφύ­γει ένα όνειρο και να μένει μπερδεμένος σε αυτό το όνειρο όλο το βράδυ μέχρι την αυγή.

ΕΡ. Εγώ είχα ακριβώς ένα όνειρο από τότε που ήμουνα μικρή.

ΑΠ. Όχι εκεί δεν υπήρχε όνειρο. Απλώς υπήρχε μια διαδικασία της ανάμνησης της παιδικής ηλικίας. Αυτό δεν είναι όνειρο, αυτό είναι διαφο­ρετικό, αυτό είναι πραγματικό. Αυτά είναι προϊόντα των απομειναριών της μνήμης που ξεφεύγουν από τον νου. Συμπίπτουν με αυτό που έζησες στην παιδική ηλικία, είναι μια διαδικασία της ανάμνησης. Αυτό που είναι σημα­ντικό σε μας είναι να αφυπνίσουμε συνείδηση για να πάψουμε να ονειρευό­μαστε, να πάψουμε να σκεπτόμαστε. Αυτό το να σκεπτόμαστε είναι η κο­σμική ύλη, είναι ο νους. διότι το ίδιο το αστρικό δεν είναι παρά η κρυστάλ­λωση της διανοητικής ύλης και ο φυσικός κόσμος επίσης είναι συμπυκνω­μένος νους. Έτσι λοιπόν η ύλη είναι νους και μάλιστα πολύ χονδροειδής είτε είναι στην υλική κατάσταση είτε στην κατάσταση την ονομαζόμενη αστρική (Μανάσικο όπως λένε οι ινδοστανοί). Έτσι κι αλλιώς είναι χονδρο­ειδής και υλικός νους. Ο νους είναι ύλη, είτε φυσικά είτε μεταφυσικά, γι’ αυτό δεν μπορούμε να είμαστε μακάριοι. Για να γνωρίσουμε την αυθεντική ευτυχία, την αληθινή σοφία πρέπει να βγούμε από τον νου και να ζούμε στον κόσμο του Είναι. Αυτό ναι! Είναι πολύ σημαντικό.

ΕΡ. Δάσκαλε εσείς τώρα επικυρώνετε και βεβαιώνετε την δημιουρ­γική εξουσία του νου στον φυσικό κόσμο. Φυσικά σε αυτούς τους άφατους πλανήτες ο νους είναι ένα εμπόδιο. Πρέπει να απελευθερωνόμαστε από αυ­τόν για να λειτουργούμε στους Ανώτερους Κόσμους;

ΑΠ. Δεν αρνούμαστε την δημιουργική εξουσία του νου. Είναι ξεκά­θαρο ότι όλο αυτό που υπάρχει είναι συμπυκνωμένος νους, αλλά τι κερδί­ζουμε με αυτό; Μήπως αυτό μας έχει δώσει την ευτυχία; Μπορούμε να κά­νουμε θαύματα με τον νου, να δημιουργούμε πολλά πράγματα στην ζωή, οι μεγάλες εφευρέσεις είναι συμπυκνωμένος νους, αλλά αυτό το είδος δη­μιουργίας θα μας κάνει ευτυχείς; Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να απελευ­θερωθούμε, να βγούμε από αυτό το Μπουντρούμι της ύλης διότι ο νους εί­ναι ύλη. Πρέπει να βγούμε από την ύλη, να ζούμε σύμφωνα με το Πνεύμα, σαν όντα, σαν ευτυχισμένα πλάσματα πιο πέρα από την ύλη. Η ύλη δεν κά­νει κανένα ευτυχισμένο, είναι πάντα χονδροειδής αν και παίρνει ωραίες μορφές, είναι πάντα οδυνηρή. Αν αυτό που ψάχνουμε εμείς είναι η ευτυχία (αλλά η αληθινή ευτυχία), δεν θα την βρούμε στην ύλη αλλά στο Πνεύμα. Χρειάζεται να απελευθερωνόμαστε από τον νου. Η αληθινή ευτυχία έρχεται σε εμάς όταν βγούμε από το μπουντρούμι του νου, αυτό είναι το αληθινό. Δεν αρνούμαστε ότι ο νους μπορεί να είναι δημιουργός πραγμάτων, δη­μιουργεί εφευρέσεις, θαύματα αλλά μήπως αυτό μας δίνει την ευτυχία; Ποιος από εμάς είναι ευτυχής; Αν κάποιος από σας είναι ευτυχής να σηκώ­σει το χέρι να δω, θα ήθελα να τον γνωρίσω. Εμείς είμαστε εδώ γιατί ψά­χνουμε τον αληθινό δρόμο που πρέπει να μας οδηγεί στην ευτυχία. Αν ο νους δεν μας έχει δώσει την ευτυχία πρέπει να βγούμε από τον νου, να ψά­ξουμε σε άλλο μέρος. Πραγματικά την ευτυχία θα την βρούμε στον κόσμο του Πνεύματος. Αλλά αυτό που πρέπει να ξέρουμε είναι το πώς θα δραπε­τεύουμε από τον νου και αυτό είναι το αντικείμενο των πρακτικών και των μελετών μας. Υπάρχει άλλη ερώτηση;

ΕΡ. Το να καλέσουμε στην τάξη το υποσυνείδητο μέσω του συνειδη­τού ανήκει επίσης στο Δεύτερο Κόσμημα του Κίτρινου Δράκου;

ΑΠ. Αυτό ανήκει επίσης στο Δεύτερο Κόσμημα του Κίτρινου Δρά­κου, αυτό είναι φανερό. Σε μας υπάρχει ένα 3% συνείδησης και ένα 97% από ασυνειδησία αυτό είναι αλήθεια. Τότε αυτό που έχουμε από συνειδητό πρέπει να κατευθύνεται σε αυτό που έχουμε από ασυνείδητο ή υποσυνεί­δητο για να το επιπλήττουμε και να το κάνουμε να δει ότι πρέπει να μετα­τρέπεται σε συνειδητό. Αλλά υπάρχει ανάγκη το συνειδητό μέρος να επι­πλήττει το υποσυνείδητο μέρος για να γίνεται συνειδητό το υποσυνείδητο. Αυτό το να κατευθύνεται το συνειδητό μέρος προς το υποσυνείδητο είναι μια άσκηση πολύ σημαντική που μπορούμε να ασκήσουμε τα χαράματα. Έτσι τα ασυνείδητα μέρη γίνονται σιγά σιγά συνειδητά.

ΕΡ. Μόνο που αυτό είναι σαν τον Δαυίδ εναντίον του Γολιάθ, το 3% εναντίον του 97%, έτσι δεν είναι;

ΑΠ. Συμβαίνει ότι τα ασυνείδητα μέρη δεν γίνονται συνειδητά αμέ­σως, είναι μια ολόκληρη διαδικασία, μια μεγάλη διαδικασία αλλά στο τέλος επιτυγχάνεται.



[1] Σ.Μ. Είναι το ανώτερο κάρμα.




Δημοσίευση σχολίου