Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Σάι Μπάμπα - Ανάπτυξη της Εσωτερικής Όρασης

ΟΜΙΛΙΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΜΠΑΓΚΑΒΑΤ ΓΚΙΤΑ
 (33η Ομιλία - σελ. 296)

“Ανάπτυξη της Εσωτερικής Όρασης"

Κάποτε ο βασιλιάς Τζάνακα συγκάλεσε μία συνέλευση των μεγάλων μελετητών. Έλαβαν μέρος εξέχοντες ακαδημαϊκοί. Διάσημοι Παντίτ και λόγιοι προσήλθαν απ’ όλες τις περιοχές. Σχολιαστές γνωστοί που ήταν εξαιρετικά περίπλοκοι στην επιχειρηματολογία τους μαζεύτηκαν. Πολλά προικισμένα άτομα, ικανά να τρομάξουν ολόκληρο τον κόσμο με τη νοητική και ρητορική τους δεινότητα, συγκεντρώθηκαν στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού όπου γινόταν η συνέλευση. Αυτή η συνέλευση αποτελείτο από τέτοιους γίγαντες του πνεύματος, ώστε δεν υπήρχε χώρος να εισέλθουν κοινοί άνθρωποι. Στις καθημερινές συναντήσεις προήδρευε ο ίδιος ο βασιλιάς Τζάνακα και από την αυστηρώς επίλεκτη ομάδα των παρευρισκομένων, μόνο στους πιο εξέχοντες και πετυχημένους δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουν και να εκφράσουν τις απόψεις τους. Σ’ αυτή τη μεγαλειώδη και σεβαστή συνέλευση ζήτησε να γίνει δεκτός ο νεαρός Ασταβάκρα. Αλλά ποιος θα επέτρεπε στον Ασταβάκρα να μπει μέσα; Δεν είχε ούτε διπλώματα ούτε συστατικές επιστολές. Δεν είχε τη βοήθεια κανενός μεγάλου δασκάλου ή προστάτη. Η μόνη βοήθεια που είχε
ήταν η βαθιά πίστη του στο Θεό.

Όποιος έχει σταθερή πίστη στο Θεό δεν θα αντιμετωπίσει ποτέ μεγάλες δυσκολίες. Προσωρινά ακόμα μπορεί να υπάρξουν κάποια εμπόδια, αλλά στο τέλος οι προσπάθειές του θα ευοδωθούν. Επί τρεις μέρες ο Ασταβάκρα περίμενε στην πύλη του παλατιού του βασιλιά Τζάνακα, απ’ όπου έμπαιναν όλοι όσοι συμμετείχαν στη μεγάλη συνέλευση. Ενώ περίμενε εκεί, ο Ασταβάκρα παρατηρούσε τους διάσημους σχολιαστές που προσέρχονταν στη συνέλευση. Παρ’ όλο που επιτρεπόταν η είσοδος μόνο σε αναγνωρισμένους σχολιαστές, ο Ασταβάκρα δεν είχε σκοπό να παραιτηθεί από την απόφασή του να παρακολουθήσει τη συνέλευση και να λάβει μέρος στις εργασίες της. “Έχω κι εγώ μια πιθανότητα”, έλεγε μέσα του και συνέχιζε να περιμένει υπομονετικά στην πύλη κάθε μέρα. Ένας προσεκτικός και συμπαθητικός γέροντας σχολιαστής, καθώς μπαινόβγαινε πρωί κι απόγευμα, παρατήρησε τον Ασταβάκρα να στέκεται στην πύλη. Ο καλόκαρδος γέροντας πληροφόρησε το βασιλιά Τζάνακα για την παρουσία του νεαρού. Του είπε ότι κάποιο άτομο στεκόταν έξω, εδώ και μέρες, περιμένοντας να μπει στη συνέλευση, παρ’ όλο που δεν διέθετε καμιά από τις συνηθισμένες προϋποθέσεις, τις απαραίτητες για την είσοδο. Είπε στο βασιλιά ότι δεν επρόκειτο για κάποιον ηλικιωμένο σχολιαστή, ούτε για κάποιο μεσόκοπο, αλλά για έναν πολύ νεαρό, που δεν φαινόταν να έχει μεγάλη εμπειρία και δεν φορούσε κάποιο από τα διακριτικά σημάδια της επίτευξης στη μελέτη, ούτε τον είχε υποδείξει προσωπικά κάποιος από τους παρευρισκόμενους Παντίτ. Με λίγα λόγια, τίποτα δεν ήταν γνωστό για το άτομο αυτό ή τα προσόντα ταυ, εκτός από το ότι περίμενε συνεχώς να του επιτραπεί η είσοδος.

Ο βασιλιάς Τζάνακα είπε στους υπηρέτες του να βρουν το αγόρι που στεκόταν δίπλα στην πύλη και να το φέρουν στην αίθουσα της συνέλευσης. Αμέσως μόλις ο βασιλιάς Τζάνακα κάθισε στη θέση του και η συνέλευση άρχισε, μέσα στη σοβαρή και ιερή ατμόσφαιρα που ταίριαζε σε μια τέτοια σεβαστή συγκέντρωση, ο Ασταβάκρα μπήκε στην αίθουσα. Μόλις είδαν ένα τόσο νεαρό αγόρι με καμπουριασμένο σώμα να έρχεται για να λάβει μέρος στη συνέλευση, οι περισσότεροι από τους σχολιαστές που είχαν μαζευτεί άρχισαν να γελούν. Ο βασιλιάς Τζάνακα, που παρατηρούσε με στοργή τον Ασταβάκρα, δεν γέλασε. Ο Ασταβάκρα κοίταξε προσεκτικά γύρω του και, ύστερα, εντελώς αναπάντεχα άρχισε να γελάει δυνατότερα κι από τους σχολιαστές που κάθονταν εκεί. Αυτό το δυνατό ξέσπασμα γέλιου του Ασταβάκρα ήταν εντελώς ανεπίτρεπτο και προκάλεσε μεγάλη έκπληξη στους σχολιαστές· τους δημιούργησε αληθινό πρόβλημα. “Γιατί αυτός ο νεαρός γελάει μαζί μας;”, σκέφτηκαν. “Εμείς έχουμε ασφαλώς σοβαρούς λόγους να γελάμε, έτσι αστείος που φαίνεται. Δεν υπάρχει, όμως, τίποτα το περίεργο σε μας· τότε, γιατί γελάει;” Ένοιωθαν, λοιπόν, μεγάλη αμηχανία κι εκνευρισμό για την απρέπεια, όπως τη θεωρούσαν, του νεαρού.

Ξέρετε ότι είναι συνηθισμένο φαινόμενο στον κόσμο οι άνθρωποι να γελάνε, όταν βλέπουν κάποιον μ’ ένα φυσικό ελάττωμα που του δίνει μια παραμορφωμένη εμφάνιση ή τον κάνει να φαίνεται άσχημος. Μια τόσο χονδροειδής συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί μόνο δείγμα άγνοιας. Είναι τελείως διαφορετική από το θερμό χαμόγελο ενός αθώου παιδιού. Ένα παιδάκι μπορεί να χαμογελάσει σε κάποιον που στέκεται δίπλα στη μητέρα που το κρατάει. Όταν το παιδί χαμογελάει, όποιος το βλέπει θα χαμογελάσει κι αυτός. Το παιδικό χαμόγελο, που επηρεάζει όποιον το νοιώσει προέρχεται από την ιερότητα της αθωότητας. Αλλά σ’ εκείνη την αίθουσα το γέλιο που αντιμετώπισε ο Ασταβάκρα ήταν πολύ διαφορετικό από το αθώο χαμόγελο του παιδιού. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη από σπουδαίους και διάσημους σχολιαστές, άτομα εξαιρετικών επιτεύξεων στη γνώση· δεν βρισκόταν εκεί καμιά παιδική αθωότητα.

Οι συγκεντρωμένοι σχολιαστές επιθυμούσαν διακαώς να μάθουν γιατί αυτός ο παράξενος νεαρός που μόλις είχε μπει γελούσε τόσο δυνατά. Ένας από τους σχολιαστές ήταν αρκετά τολμηρός, ώστε να ρωτήσει τον Ασταβάκρα: “Ξένε ποιος είσαι; Δεν σε ξέρουμε. Όταν σε κοιτάξαμε καθώς μπήκες, η μορφή σου μας έκανε να γελάσουμε. Σε ανταπόκριση εσύ γέλασες ακόμα πιο δυνατά. Ποιος είναι ο λόγος; Τι σου φάνηκε τόσο αστείο σ’ αυτούς τους διάσημους σχολιαστές που κάθονται εδώ, ώστε ούτε στιγμή δεν σταμάτησες να γελάς;” Ο Ασταβάκρα απάντησε: “Κύριέ μου, ήρθα σ’ αυτή τη συνέλευση, νομίζοντας ότι είναι μια ιερή συγκέντρωση που οργανώθηκε από το διάσημο αυτοκράτορα Τζάνακα για να αναλύσει τις ιερές γραφές. Αν ήξερα τι είδους άνθρωποι παρακολουθούν αυτή τη συνέλευση, δεν θα ενδιαφερόμουν να έρθω. Περίμενα υπομονετικά πολλές μέρες και, τέλος, μπήκα στην αίθουσα, πιστεύοντας ότι εδώ θα ήταν συγκεντρωμένοι οι σπουδαιότεροι ζώντες σχολιαστές. Πίστευα ότι θα βρισκόμουν συντροφιά με τέτοιες ιερές ψυχές. Αλλά αλίμονο, δεν βρήκα εδώ παρά μόνο τσαγκάρηδες, παπουτσήδες, που ράβουν σανδάλια και δουλεύουν το δέρμα*.

Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι σχολιαστές, οργίστηκαν κι ένοιωσαν προσβεβλημένοι από τα τόσα άπρεπα λόγια του Ασταβάκρα. Αλλά εκείνος συνέχισε στον ίδιο τόνο· “Παπουτσήδες είναι η κατάλληλη λέξη για να σας περιγράψει. Μόνο τσαγκάρηδες, άνθρωποι που κατεργάζονται τομάρια θα μετρούσαν έτσι την αξία του δέρματος· κανείς άλλος δεν θα ενδιαφερόταν. Όλοι σας γελάτε με το δέρμα μου και, προφανώς, έχετε ήδη αποφασίσει ότι δεν αξίζει και πολλά. Αλλά ούτε ένας από σας δεν έκανε την προσπάθεια να αντιληφθεί τη γνώση μου. Οι Παντίτ πρέπει να έχουν την ικανότητα να κοιτάζουν στο εσωτερικό, ενώ εσείς φαίνεται να ενδιαφέρεστε μόνο για το περίβλημα. Εφόσον δεν έχετε αναπτύξει την εσωτερική σας όραση και ασχολείστε μόνο με την επιφανειακή, εξωτερική όραση, τότε δεν μπορείτε να θεωρείστε σχολιαστές. Επομένως, είστε απλώς τσαγκάρηδες, παπουτσήδες, ειδικοί στα δέρματα”. Έτσι μίλησε ο Ασταβάκρα. Οι σχολιαστές κατέβασαν το κεφάλι τους από ντροπή. Ο βασιλιάς Τζάνακα που κατάλαβε πολύ καλά τι εννοούσε ο Ασταβάκρα, τον κάλεσε να πάρει μια θέση στη συνέλευση και στη συνέχεια του χάρισε πολλές τιμές.




ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
18. Ο διάλογος τελειώνει σε βαθιά σιωπή      
Δημοσίευση σχολίου