Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Η Παλλάς και ο Κένταυρος του Μποτιτσέλι


Μια ομοίως ρομαντική προκατάληψη βρίσκεται στον δρόμο και εμποδίζει να δώσουμε μιαν περισσότερο φυσική ερμηνεία για τον πίνακα «Η Παλλάς και ο Κένταυρος» (Φιγ. 52)

Την στιγμή της ανακάλυψής του ο πίνακας εξελήφθη –ως μια πολιτική αλληγορία– διότι η κεντημένη επένδυση της Αθηνάς είναι διανθισμένη(142) με ένα έμβλημα των Μεδίκων.

Είχε ερμηνευθεί ως ένα τύπου Tenniel «σοβαρό κινούμενο καρτούν», ένα απίθανο τέχνασμα εις ανάμνησιν της επετείου της νίκης του Λαυρεντίου de’ Medici επί των Pazzi ή επί της εχθρικής συμμαχίας που είχε διαμορφωθεί εναντίον του. Ορισμένοι την είδαν ως ένα ιδιαίτερο μνημείο εορτασμού της νίκης της οξυδερκούς του διπλωματίας επί της αδέξιας βαρβαρότητας των δικαστών της Νάπολης. Πολιτικές αλληγορίες αυτού του τύπου, ωστόσο, φαίνονται ότι είναι μια ύστερη εξέλιξη. Δεν υπάρχει και πάλι καμία –εγγράφως αποδεδειγμένη– παράλληλος που να προσφέρει στήριξη σε αυτήν την μετάφραση.

Η τέχνη της πολιτικής προϋποθέτει ένα κοινό προς το οποίο να διευθύνεται η προπαγάνδα της –και ξέρουμε ότι η Minerva βγήκε από τα ιδιωτικά διαμερίσματα των Μεδίκων στην πόλη, πολύ πιθανότατα από το παλάτι του Λαυρεντίου di Pierfrancesco. Αυτές οι εξωτερικές συνθήκες αλλά και η τυπολογική παράδοση δείχνουν προς την ηθικήν αλληγορία(143). Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα πρόγραμμα με το πνεύμα των φαντασμαγοριών του Ficino ώστε να ταιριάζει καλύτερα σε σχέση με την πολιτικήν ερμηνεία.

Ένα από τα πρωταρχικά θέματα των γραπτών του Ficino είναι αυτό της θέσης του ανθρώπου ανάμεσα στο ζώο και στον Θεό(144). Τα κατώτατα τμήματα της ψυχής μας μας συνδέουν
με τον κόσμο του σώματος και των αισθήσεών του∙ η εξυψωμένη περιοχή του νου έχει συμμετοχή στον κόσμο των Θεών∙ και ο ανθρώπινος λόγος, προνόμιο βασιλικό του ίδιου ανθρώπου, βρίσκεται ανάμεσά τους.

Η ψυχή μας είναι το σκηνικό διαρκούς τριβής ανάμεσα σε δύο κινήσεις: την κατσουφιά του ζωώδους ενστίκτου και την λαχτάρα του λογικού. Αυτήν την φιλονικία μόνον η άνωθεν καθοδήγηση από τον Θεό μπορεί να την λύσει, φέροντας μαζί της το γαλήνιο στυλ της σοφίας των ουρανών.

Σε μιαν επιστολή προς τους συνοδοιπόρους του φιλοσόφους ο Ficino επιχειρεί να εκθέσει τον αγαπημένον του ιδεαλισμό με εικονογράφηση που βρίσκεται τόσον εγγύτατα σε αυτές του Μποτιτσέλλι που απαιτείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης σε αυτό το χωρίο:

«Η Σοφία, η οποία γεννάται από το ενθουσιώδες κεφάλι του Δία –δημιουργέ των όλων– διατάσσει τους φιλοσόφους (τους εραστές της) ότι, όποτε οι Θεοί επιθυμούν να συλλάβουν κάτι που αγαπούν, θα πρέπει να σκοπεύουν στην κορυφή (θα λέγαμε στο «δόξα πατρί») και όχι υπό τους πόδας. Διότι από τον έβδομον ουρανό –τον οίκο Παλλάδος, το φρούριό του– αποστέλλεται η Θεά προς τον καρπό, τον βλαστό του Θεού για να τον κατακτήσει. Επιπλέον, μας δείχνει ότι δεν μπορούμε να πετύχουμε τις κορυφές και τις κεφαλές πριν μας στηρίξει η κορυφή της ψυχής –δηλαδή, ο νους– αφήνοντας πίσω μας τα κατώτατα τμήματα της ψυχής. Η Σοφία μας υπόσχεται, εν τέλει, ότι αν βασιστούμε στην πιο εύφορη κορυφή της ψυχής, αναμφίβολα θα γεννήσουμε μετά εκ νέου μια νόηση που θα είναι σύντροφος και ταίρι της ίδιας της Αθηνάς και αυλικός του ιδίου του Διός του υψίστου»(145).

Ύστερα από την εισαγωγήν αυτή στις 5 ερωτήσεις σχετικά με την νόηση, ο Ficino στον διάλογό του αναπτύσσει την ιεραρχία των εδραίων ικανοτήτων, από την γωνία της θεωρία της κινήσεως του Πλάτωνος.

Το σώμα βρίσκεται χαμηλότερα στην κλίμακα διότι δεν μπορεί να κινηθεί αφ’ εαυτού αλλά κινείται μέσω της ψυχής, σύμφωνα με αυστηρούς νόμους: η ψυχή είναι ικανή να κινηθεί αλλά βρίσκεται να κινείται προς κάτι το ακίνητο, τον Θεό, όπου έχει την ουράνιαν πηγήν της.

Θαύμα, άρα, που κινούμαστε διαρκώς όταν κατοικούμε στο σώμα;

«Η ζωή μας, δηλαδή οι αισθήσεις», προς τον σκοπόν αυτόν εξ ανάγκης ωθείται και σύρεται μέσω ζωϊκών κινήτρων, όπως το βέλος προς τον στόχον του. «Ο δικός μας άνθρωποςδηλαδή ο λόγος» δεν ικανοποιείται από το πλήρωμα των αναγκών αυτών. Εξαιτίας του λόγου –που αντιλαμβάνεται και συλλαμβάνει τον υψηλότερον σκοπό του ανθρώπου– έχουμε αποκτήσει το αεικίνητον και το πάθος: «Αυτό μπορεί να είναι το σύμβολο του δυστυχούς Προμηθέως∙ ο οποίος με οδηγό την εκ Θεού Σοφία της Παλλάδος– είχε λάβει την ουράνιο φλόγα, δηλαδή τον λόγο∙ χάρη σε αυτήν του την πράξη, φυλακίστηκε στην κορυφή ενός όρους (δηλαδή, τον βράχο της πρόβλεψης και της προοπτικής) για να βασανίζεται εις το διηνεκές από τα χτυπήματα ενός αρπακτικού που τον κεντρίζει με τον πόθο της γνώσης» ή, πάλι, είμαστε σαν τον Σίσυφο που βαπτίζεται στο πυρ και μετά κοπιάζει εκ νέου για να σκαρφαλώσει στο όρος: «Σκοπεύουμε στην υψηλότερη κορυφή του Ολύμπου ενώ κατοικούμε στην άβυσσο που βρίσκεται κάτω από το αυλάκι… εδώ είμαστε φυλακισμένοι στα χαρακώματα και τα προσκόμματα, εκεί σε απόκλιση από τον στόχο επειδή μας παρασέρνει η γλυκιά εξοχή».

Μόνον η Θεία Χάρις μπορεί να επιλύσει το παράδοξο της ανθρώπινης ύπαρξης. Μόνον η αθανασία της ψυχής προσδίδει νόημα στην εργασία μας επί της γης. Η ψυχή δεν μπορεί να συντονιστεί σε αυτό το κράτος της τελειότητας και ευτυχίας για το οποίο προορίζεται, όταν κατοικεί στο σώμα.

Εκ νέου, ο πίνακας του Μποτιτσέλλι δεν είναι μια εικονογράφηση του γραπτού τουFicino αλλά τα σημεία επαφής επαρκούν ώστε να συνταχθεί (να «ελκυστεί» μέσω μιας διελκυστίνδας ή μέσω διόλκου) με την βοήθειά του, ένα υποθετικό πρόγραμμα.

Σε ένα τέτοιο πρόγραμμα, η σχέση BESTIA NOSTERID EST SENSUS καιHOMO NOSTERID EST RATIO θα εκφραζόταν όχι δια μέσου του συμβόλου του Προμηθέως ή του Σισύφου αλλά δια μέσου του συμβόλου του Κενταύρου, του οποίου η μορφή συμμετέχει και στα 2 όντα (146) οπότε «η ζωή μας, αυτό είναι αίσθηση» και «ο άνθρωπός μας, αυτό είναι λόγος». Είναι εξοπλισμένος με τόξα και βέλη, έμβλημα των ζωϊκών αναγκών(147), και «ζει στην άβυσσο που βρίσκεται κάτω από το αυλάκι(“HABITAT INFIMAE VALLIS ABYSSUM”) φυλακισμένος –καθώς φαίνεται– από «την κολακεία της χλόης» (“PRATORUM BLANDIMENTA”).

Αθηνά-Άνθρωπος, «γεννάται από το ενθουσιώδες κεφάλι του Δία ο δημιουργός»
(“SUMMO IOVIS CREATORIA CAPITE NATA”)
και πιάνει την ψυχή από το κεφάλι, μοναδική ορθή κίνηση κυριαρχίας.

Αυτή η υπόθεση θα εξηγούσε έναν αριθμό χαρακτηριστικών που παρέμειναν ανερμήνευτα και περίεργα ακόμα εντός του πλαισίου των προηγηθεισών μεταφράσεων. Η σκηνική τοποθέτηση του τοπίου (με τον εξέχοντα, κρημνώδην βράχο και τις χαμογελαστές θεές) δεν μοιάζει με ένα σύνηθες διακοσμητικό σκηνικό αλλά κυρίως με ένα από τα αλληγορικά τοπία που μας είναι οικεία από σκηνές όπως το Δίλημμα του Ηρακλή.(148)

Τα τόξα και τα βέλη μπορεί να μην χρειάζονται μιαν ιδιαίτερην εξήγηση αλλά η περίεργη στάση της Αθηνάς εμφανίζει αυτήν την ανάγκη. Κάθε μετάφραση του πίνακα ως συμβόλου της μάχης μεταξύ καλού-κακού (πολιτικού ή ηθικού) πρέπει να θεωρεί την όλην δράση και σύνθεση μάλλον ακρωτηριασμένη και άϋλη(149). Δεν εξελίσσεται κάποια μάχη μεταξύ της Αθηνάς και του Κενταύρου, κανένα ηρωϊκό κατόρθωμα διότι το κατόρθωμα λαμβάνει χώραεντός του «δημιουργηθέντος αναπήρου» αλλά «διατεταγμένου να είναι ορθό» Τέρατος. Εφόσον μπορούμε να δούμε την εικόνα του πίνακα σε αυτό το φως, κατανοούμε επίσης την βασανισμένην έκφραση του Κενταύρου και το βλέμμα που στρέφει και ρίχνει προς την Αθηνά η ενσάρκωση της θεϊκής Σοφίας.

Καθώς τον πιάνει ευγενικά από το κεφάλι για να μαλακώσει την κατσουφιασμένην του κίνηση και για να τον βάλει στην ορθήν οδό, αυτός δεν αντιστέκεται αλλά αφήνεται στην οδήγησίν της.

La figlia qui del Εδώ οργιάζει η κόρη
Gran Tonante sorga, του ύψιστου Κεραυνού,
Che sanza matre del αυτή που γεννήθηκε άνευ μητρός
Suo capo uscio; μέσα από την δικήν του έμπνευση∙
questa la mano προτείνοντας το χέρι της
al basso ingegno porga στον ταπεινό μας νου (150)”

Ο τύπος που χρησιμοποιεί ο Μποτιτσέλλι για την κεφαλή του Κενταύρου δεν θα ερχόταν σε σύγκρουση με μιαν μετάφραση σαν κι αυτήν.

Το μοντέλο της –πιθανότατα– στηρίζεται σε ένα κλασσικό γλυπτό,(151) αλλά ο ζωγράφος έχει αφομοιώσει τα μέρη του προς την φυσιογνωμία των παρισταμένων Αγίων (φιγούρες 53, 54) που προσεύχονται ικετευτικά και όχι προς τις άψυχες, stock φιγούρες μιας αμαρτωλής τερατουργίας.

Οπότε, εφόσον δεν μπορούμε –όπως είναι φυσικό– να αποδείξουμε ότι ισχύει η δική μας μετάφρασης, ωστόσο φαίνεται σίγουρα πως βρίσκεται εγγύτερα προς το πνεύμα του έργου απ’ ό,τι η ιστορία περί της επίσκεψης του Λαυρεντίου στα δικαστήρια της Νάπολης.


από το: "ΟΙ ΜΥΘΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΜΠΟΤΙΤΣΕΛΙ, Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ" ΕΡΝΣΤ ΓΚΟΜΠΡΙΤΣ (ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Χρήστος Π. Παπαχριστόπουλος) πηγή: http://wwwinsense.blogspot.gr/2011/12/blog-post_5335.html 
Δημοσίευση σχολίου