Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Περί αιτιών του πόνου και συμπόνιας

Αγαπητοί μου φίλοι, αδέλφια, συγγενείς.... Βαθιά μέσα μας υποφέρουμε, πονάμε, είμαστε δυστυχείς, βιώνουμε καταστάσεις ψυχολογικά, συναισθηματικά και νοητικά οδυνηρές. Μέχρις ότου και αυτό έχει ένα αντίκτυπο στο σώμα μας, και τότε εκφράζονται οι ψυχοσωματικές ασθένειες. Εμείς όμως δεν αντιλαμβανόμαστε την απλή αυταπόδεκτη αλήθεια μας, αυτή του πόνου, και της οδύνης μας, πόσο μάλλον τις αιτίες της. 

Πολύ περισσότερο υποπέφτουμε στο σφάλμα να νομίζουμε εσφαλμένα ότι η αιτία της δυστυχίας μας, είναι κάτι το εξωτερικό, είναι ένας παράγοντας εξωγενής. Αυτό που μας συμβαίνει είναι ότι ασυνείδητα ταυτιζόμαστε με τα γεγονότα, με τις καταστάσεις, με τα λόγια των ανθρώπων. 

Αυτή η ταύτιση συμβαίνει με έναν ασυνείδητο τρόπο, και οι βάσεις της βρίσκονται σε ασυνείδητες εντυπώσεις, οι οποίες μεταφράζονται με έναν πιο συγκεκριμένο τρόπο στο προσυνείδητό μας μέρος ως πεποιθήσεις, σ’ ένα άλλο ως σκέψεις. Αυτό είναι ένα κομμάτι της επιστήμης του νου και της ψυχολογίας. Αν μελετήσετε Σιβανάντα, Σαμαέλ, Γιούγκ και Φρόυντ αλλά και τους Βουδιστές θα το αντιληφθείτε. 

Εμείς νομίζουμε ότι οι σκέψεις μας και το ποιόν τους, αλλά και τα αρνητικά μας συναισθήματα ξεπηδούν από την αλληλεπίδρασή μας με τον αισθητηριακό κόσμο. Αλλά για τον νοητικό κόσμο, γνωρίζουμε από λίγο έως καθόλου. Οι εντυπώσεις είναι στοιχεία τα οποία έχουμε προσλάβει επίσης ασυνείδητα, και παραμένουν στο ασυνείδητο. Το ασυνείδητο είναι μια βάση για το συνειδητό και υπάρχει μια διαρκής αλληλεπίδραση, εάν και εφόσον το Συνειδητό δεν είναι αρκετά οριοθετημένο και αυτοστοχαζόμενο. 

Οποιοσδήποτε αυτοπαρατηρηθεί σοβαρά θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν ψυχολογικά διάφορες καταστάσεις, μέσω των οποίων αντίστοιχα και ανάλογα υπάρχει μια αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των μερών. Η κατάσταση αυτή ορίζει και το είδος της πρόσληψης των εντυπώσεων από το ψυχολογικό μας κομμάτι στο σύνολο ή εν μέρει. 


Εάν δεν δυνάμεθα να αυτοθεωρηθούμε με ένα αυστηρά αμερόληπτο αποστασιοποιημένο και αντικειμενικό τρόπο εσωτερικά δεν μπορούμε να ελέγξουμε τι μπαίνει και τι βγαίνει μέσα μας και το πώς αυτό μας επηρεάζει. Και μιλήσαμε για αυτό που μπαίνει, αλλά αυτό που βγαίνει έχει άμεσα συνάφεια με αυτό που έχει μπει και το ποιόν του. Και αυτό –η εμπειρία-συνειδητά ή ασυνείδητα δεν ορίζει a priori το ποιοι είμαστε πραγματικά, διότι ούτε είναι αυτούσιο και αγνό και αναλλοίωτο, ούτε έχει την βουλητική συμμετοχή μας. Έτσι το ποιόν των σκέψεων, των συναισθημάτων, των πεποιθήσεων και των εντυπώσεών μας βασίζεται (εφόσον δεν έχει υπάρξει μια εργασία προς την αντίθετη κατεύθυνση) σε μια μηχανικότητα, ένα μηχανικό τρόπο ζωής, σε μια απλή διαπίστωση επαγωγικού συλλογισμού του «σκέφτομαι και άρα υπάρχω». Αλλά αυτό δεν είναι όλο. 

Η σκέψη είναι απλώς το αποτέλεσμα και ενόσω εμείς δεν γνωρίζουμε το αίτιο και τους μηχανισμούς του αιτίου, είμαστε τα αποτελέσματα μιας μηχανικότητας μέχρι να το συνειδητοποιήσουμε αυτό. Η σκέψη διαφέρει στην μορφή και μόνο ως προς την ονειροπόληση, ενώ αυτή η τελευταία δεν είναι πάρα το ίδιο της υπόβαθρο της σκέψης μεταφρασμένο διαφορετικά. 

Το ότι υπάρχει ένα μοντέλο κατηγοριοποίησης και συνέχειας, το οποίο εμείς ονομάζουμε λογική -χάριν του λόγου, ή λόγου χάριν, δεν μας κάνει και κατόχους της γνώσης του όλου μηχανισμού, το οποίο απαιτεί μια εσωτερική αποταύτιση. Αυτός είναι ο δρόμος της αυτεπίγνωσης ή αυτοσυνείδησης το οποίο είναι το θεμελιακό κομμάτι της κατανόησης ότι πράγματι είμαστε κάτι το ξεχωριστό από το παρατηρούμενο κομμάτι, άσχετα με το αν είμαστε ή δεν είμαστε και ποια η πραγματική γνώση αυτής της φύσης, κάτι το οποίο είναι κάτι πολύ διαφορετικό που θα κληθούμε να ανακαλύψουμε ή αποκαλύψουμε κάποια στιγμή. 

Αλλά μπορούμε να έχουμε μια ιδέα ότι αυτό είναι κάτι ξεχωριστό, τουλάχιστον προς το παρών, και να αφοσιωθούμε ώστε να εξετάσουμε την σύσταση αυτού του οποίου φαίνεται, το οποίο φαίνεται (με μια προσεκτική εξέταση) να είναι αλλοιωμένο και νοθευμένο από την αρχική του κατάσταση και το οποίο μας εμποδίζει από το να συνειδητοποιήσουμε την αρχική του μορφή. 

Εμείς ταυτιζόμαστε τόσο από την εμπειρία μας και την αλληλεπίδρασή μας με αυτή, διότι θεωρούμε ότι όλα αυτά είναι πραγματικά, αλλά μόνο η θεώρηση αυτή είναι πλάνη. Δεν είναι ότι δεν είναι πραγματικά τα πράγματα και οι καταστάσεις καθ’ αυτά, αλλά η εντύπωση, η ιδέα, οι αντιλήψεις και κατά συνέπεια οι σκέψεις που κάνουμε για αυτά, το πώς αισθανόμαστε για αυτά. Αυτός είναι ο αναπόφευκτος υποκειμενισμός –όχι του ανθρώπου αλλά του διανοητικού ζώου, ο οποίος όχι απλά δεν έχει καταλάβει το νόημα της ζωής αλλά αναλώνεται και καταναλώνεται σε ανούσια, εφήμερα και δευτερεύοντα πράγματα. 

Ίσως βέβαια μέσα σε αυτό το κοσμικό συμπαντικό παιχνίδι να έχουν την αξία τους, ώστε κάποιος όντως να φτάσει να κατανοήσει τον πόνο, και την αιτία του πόνου και να αναζητήσει την παύση του πόνου και τον τρόπου της παύσης του πόνου. Με άλλα λόγια την απελευθέρωση. Η αντικειμενικότητα όντως υπάρχει, και αυτός είναι ο νόμιμος και πραγματικός άνθρωπος με τις πραγματικές αξίες και την πραγματική γνώση της γνώσης, η οποία είναι πέρα από την πλάνη. Τότε σταματάμε να υποφέρουμε. 

Αλλά πρέπει να αρχίσουμε από τώρα, αναζητώντας τον τρόπο στον οποίο θα ξεφύγουμε από την οδύνη και τον πόνο. Και μια καλή αρχή είναι να δούμε με συμπόνια όλα τα όντα. Αν δεν το καταφέρουμε αυτό, αλλά να κατακλύσει όλο μας το είναι, σημαίνει ότι δεν έχουμε καταλάβει την φύση της δυστυχίας μας, και την απαρνούμαστε (την απωθούμε: ασυνείδητο). Και επίσης ότι η δυστυχία μας και η οδύνη μας δεν προέρχεται από το εξωτερικό αλλά από αυτό που εμείς νομίζουμε για τα πράγματα. Με άλλα λόγια όταν κάποιος σου προσφέρει ένα δηλητήριο δεν είσαι αναγκασμένος να το πιείς. Αλλά εμείς διαρκώς το πίνουμε και αυτό γιατί πιστεύουμε ότι αυτό είναι κάτι καλό, επειδή είμαστε γεμάτοι λαθεμένες απόψεις. Αν δεν δεχτούμε το δώρο, το δώρο μένει σε αυτόν που το κάνει. Ας μην δεχτούμε το δώρο των προσβολών, και ας έχουμε συμπόνια για αυτόν που τις εκφέρει, πρώτον γιατί το δώρο μένει σε αυτόν και δεύτερον γιατί έφτασε σε μια τόσο απελπιστική κατάσταση ώστε να πράξει με αυτόν τον τρόπο, επειδή στην πραγματικότητα είναι βαθιά δυστυχισμένος. 

Αν εξετάσουμε προσεκτικά, κάθε άνθρωπος έχει τρομερές ομοιότητες μαζί μας, αλλά εμείς εστιάζουμε στις διαφορές. Εστιάζουμε στα πράγματα που μας χωρίζουν και όχι σε αυτά που μας ενώνουν. Η κοινωνία μας πραγματικά νοσεί, και εμφυσά ως ρητά ήθη και έθιμα στους απογόνους μια νοσηρή στάση ζωής απέναντι στους συνανθρώπους της και στην ίδια την ζωή και το νόημά της. Η αυτοκρισία σήμερα έχει μόνο το νόημα της αποδοχής των επιλογών μας εν συγκρίσει με τις επιλογές των άλλων, και η αυτογνωσία δεν στοχάζεται πάνω στο βάθος της αυτοθεώρησης και της αμεροληψίας της. Για να κλείσω, θέλω να πω, ότι η αλλαγή είναι πραγματικά εφικτή, όταν καταλάβουμε τις απεριόριστες δυνατότητες που μας εμφυσήσει ο Θεός και για καλό και για κακό. 

Ας έχουμε διάκριση κάθε φορά και περισσότερη, ώστε να επιλέγουμε τον δρόμο μας με σοφία και να μην φοβόμαστε να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας, ούτε να φοβόμαστε να συμπονέσουμε και να αγαπήσουμε.
Δημοσίευση σχολίου