Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Οι ΟΜΠΙΒΑΤΕΛ και η εσωτερική εργασία


Ένα πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα από τον Γκουρτζίεφ, από το βιβλίο "Αναζητώντας τον κόσμο του Θαυμαστού" του Ουσπένσκυ: 

«Πολλές φορές νομίζουν αυτοί που ακολουθούν το "δρόμο", δηλαδή τον υποκειμενικό δρόμο, ιδιαίτερα αυτοί που μόλις αρχίζουν, ότι οι άλλοι, δηλαδή οι άνθρωποι του αντικειμενικού δρόμου, δεν προχωρούν. Αυτό όμως, είναι μεγάλο λάθος. Ένας απλός ομπιβάτελ μπορεί καμιά φορά να κάνει τέτοια εργασία μέσα του, που να ξεπερνάει κάποιον άλλο, είτε μοναχό, είτε ακόμη και γιόγκι.

«Ομπιβάτελ είναι μια παράξενη ρωσική λέξη. Χρησιμοποιείται με την έννοια του "μικροαστού", χωρίς καμιά ιδιαίτερη χροιά. Ταυτόχρονα,

χρησιμοποιείται για να εκφράσει περιφρόνηση ή χλευασμό — ομπιβάτελ — σαν να μην υπήρχε τίποτε χειρότερο. Αλλά αυτοί που μιλάνε έτσι, δεν καταλαβαίνουν ότι ο ομπιβάτελ είναι ο υγιής πυρήνας της ζωής. Και από την άποψη της δυνατότητας για εξέλιξη, ένας καλός ομπιβάτελ έχει πολύ περισσότερες δυνατότητες από ένα "παράφρονα" ή από έναν "αλήτη". Αργότερα, ίσως σας εξηγήσω τι εννοώ μ' αυτές τις δυο λέξεις. Στο μεταξύ, θα μιλήσουμε για τον ομπιβάτελ. Δεν θέλω καθόλου να πω ότι όλοι οι ομπιβάτελ είναι άνθρωποι του αντικειμενικού δρόμου. Κάθε άλλο. Ανάμεσά τους υπάρχουν κλέφτες, κατεργαρέοι και βλάκες• αλλά υπάρχουν και άλλοι. Απλώς, θέλω να πω ότι το να είναι κανείς ένας καλός ομπιβάτελ, το γεγονός αυτό καθαυτό, δεν αποτελεί εμπόδιο για το "δρόμο". Και τέλος, υπάρχουν διάφοροι τύποι ομπιβάτελ. 

Φανταστείτε π.χ. τον τύπο του ομπιβάτελ που περνάει όλη του τη ζωή όπως όλοι οι άλλοι γύρω του- που δεν ξεχωρίζει σε τίποτε• ίσως ένας καλός αφέντης, που κάνει λεφτά• και ίσως να είναι και σφιχτοχέρης. Ωστόσο, όλη του τη ζωή ονειρεύεται μοναστήρια, λόγου χάρη- και ότι κάποια μέρα θα αφήσει τα πάντα και θα μπει σε μοναστήρι. Και κάτι τέτοια συμβαίνουν στην Ανατολή και στη Ρωσία. Ένας άνθρωπος ζει και δουλεύει• ύστερα, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά του ή τα εγγόνια του, τους τα αφήνει όλα και μπαίνει σε μοναστήρι. Γι' αυτόν τον ομπιβάτελ μιλάω. Ίσως να μην μπει σε μοναστήρι, ίσως να μην το χρειάζεται. Η δική του η ζωή ως ομπιβάτελ μπορεί να είναι ο δρόμος του.

«Οι άνθρωποι που έχουν αποφασίσει να σκεφτούν για δρόμους, ιδιαίτερα οι άνθρωποι των διανοητικών δρόμων, πολλές φορές βλέπουν τον ομπιβάτελ αφ' υψηλού και γενικά, περιφρονούν τις αρετές του. Αλλά μ' αυτό δείχνουν απλώς, ότι οι ίδιοι προσωπικά είναι ακατάλληλοι για οποιοδήποτε δρόμο. Γιατί κανένας δρόμος δεν μπορεί να αρχίσει από ένα επίπεδο χαμηλότερο από του ομπιβάτελ. Αυτό πολλές φορές το παραβλέπουν οι άνθρωποι που είναι ανίκανοι να οργανώσουν τη δική τους προσωπική ζωή, που είναι πολύ αδύνατοι να παλέψουν και να κατακτήσουν τη ζωή, που ονειρεύονται τους δρόμους, ή αυτό που νομίζουν ότι είναι δρόμοι, γιατί νομίζουν ότι θα είναι πιο εύκολο γι' αυτούς απ' ό,τι η ζωή και γιατί αυτό δικαιολογεί, κατά κάποιο τρόπο, την αδυναμία τους και την απροσαρμοστικότητά τους. Ο άνθρωπος που μπορεί να είναι καλός ομπιβάτελ είναι πολύ πιο χρήσιμος, από την άποψη του δρόμου, από έναν "αλήτη" που θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τον ομπιβάτελ. Ονομάζω "αλήτες" όλη τη λεγόμενη "ιντελλιγέντσια" — καλλιτέχνες, ποιητές, κάθε είδους "μποέμ" γενικά, που περιφρονεί τον ομπιβάτελ και πού ταυτόχρονα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς αυτόν. Η ικανότητα προσανατολισμού στη ζωή, είναι μια πολύ χρήσιμη ιδιότητα από την άποψη της εργασίας. Ένας καλός ομπιβάτελ θα έπρεπε να είναι σε θέση να ζήσει τουλάχιστον είκοσι άτομα με τη δουλειά του. Τι αξίζει ο άνθρωπος που δεν μπορεί να το κάνει αυτό;

«Τι σημαίνει πραγματικά ομπιβάτελ; ρώτησε κάποιος. Μπορούμε να πούμε ότι ο ομπιβάτελ είναι ένας καλός πολίτης;»

«Θα 'πρεπε ένας ομπιβάτελ να είναι πατριώτης;» ρώτησε κάποιος άλλος. Ας υποθέσουμε ότι γίνεται πόλεμος. Τι στάση θα 'πρεπε ένας ομπιβάτελ να έχει απέναντι στον πόλεμο;»

«Μπορεί να υπάρχουν διαφορετικοί πόλεμοι και διαφορετικοί πατριώτες», είπε ο Γ. «Όλοι σας πιστεύετε ακόμη στις λέξεις. Ένας ομπιβάτελ, αν είναι καλός ομπιβάτελ, δεν πιστεύει στις λέξεις. Αντιλαμβάνεται πόσες μπούρδες κρύβονται πίσω τους. Αυτοί που αλαλάζουν για τον πατριωτισμό τους είναι ψυχοπαθείς γι' αυτόν και έτσι το βλέπει».

«Και πώς θα έβλεπε ένας ομπιβάτελ τους ειρηνόφιλους ή αυτούς που αρνούνται να πάνε στον πόλεμο;»

«Και πάλι σαν παράφρονες! Ίσως να είναι και χειρότεροι».


Μια άλλη φορά, σε σχέση με το ίδιο θέμα, ο Γ. είπε:

«Πολλά, σας είναι ακατανόητα γιατί δεν σκέφτεστε το νόημα από μερικές από τις πιο απλές λέξεις- για παράδειγμα, ποτέ δεν σκεφτήκατε τι σημαίνει να είναι κανείς σοβαρός. Προσπαθήστε οι ίδιοι να βρείτε απάντηση στο ερώτημα τί σημαίνει να είναι κανείς σοβαρός».

«Το να έχει κανείς σοβαρή στάση απέναντι στα πράγματα», είπε κάποιος.

«Αυτό ακριβώς νομίζουν όλοι- στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς το αντίθετο», είπε ο Γ. «Το να έχει κανείς μια σοβαρή στάση απέναντι στα πράγματα, δεν σημαίνει καθόλου ότι είναι σοβαρός, γιατί το κύριο ερώτημα είναι, απέναντι σε ποια πράγματα. Πάρα πολλοί, έχουν μια σοβαρή στάση σε ασήμαντα πράγματα. Μπορούν να θεωρηθούν σοβαροί; Και βέβαια όχι.

«Το λάθος είναι ότι η έννοια "σοβαρός" εκλαμβάνεται υπό όρους. Ό,τι είναι σοβαρό για τον ένα, δεν είναι σοβαρό για τον άλλο. Στην πραγματικότητα, η σοβαρότητα είναι μία από τις έννοιες που δεν μπορεί ποτέ και σε καμιά περίπτωση να εκληφθεί υπό όρους. Μόνο ένα πράγμα είναι σοβαρό για όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών. Ο άνθρωπος μπορεί να το γνωρίζει περισσότερο ή να το γνωρίζει λιγότερο, αλλά η σοβαρότητα των πραγμάτων δεν θα μεταβληθεί από το πόσο καλά το γνωρίζει.

«Αν μπορούσε κανείς να καταλάβει όλη τη φρίκη της ζωής των συνηθισμένων ανθρώπων που στριφογυρίζουν σ' ένα κύκλο ασήμαντων ενδιαφερόντων και ασήμαντων επιδιώξεων, αν μπορούσε να καταλάβει τι χάνουν, θα καταλάβαινε ότι ένα μόνο πράγμα μπορεί να είναι σοβαρό γι' αυτόν — να ξεφύγει από το γενικό νόμο, να ελευθερωθεί. Τι μπορεί να είναι σοβαρό για έναν φυλακισμένο που είναι καταδικασμένος σε θάνατο; Μόνο ένα: Πώς να σωθεί, πώς να γλιτώσει- τίποτε άλλο.

«Όταν λέω ότι ένας ομπιβάτελ είναι πιο σοβαρός από έναν "αλήτη" ή από έναν "παράφρονα", θέλω να πω ότι επειδή ένας ομπιβάτελ είναι συνηθισμένος να ασχολείται με πραγματικές αξίες, εκτιμά τις δυνατότητες των "δρόμων" και τις δυνατότητες της "λύτρωσης" ή της "σωτηρίας" καλύτερα και πιο γρήγορα από έναν άνθρωπο που είναι συνηθισμένος, σε όλη του τη ζωή, να γυρίζει ο' έναν κύκλο φανταστικών αξιών, φανταστικών ενδιαφερότων και φανταστικών δυνατοτήτων.
Για τον ομπιβάτελ, δεν είναι σοβαροί οι άνθρωποι που ζουν με φαντασιώσεις, και κυρίως, με τη φαντασίωση ότι είναι σε θέση να κάνουν κάτι. Ο ομπιβάτελ ξέρει ότι ξεγελάνε απλώς τους άλλους, τους υπόσχονται, Κύριος οίδε τι, ενώ στην πραγματικότητα, νοιάζονται απλούστατα για τον εαυτούλη τους — ή είναι παράφρονες, που είναι ακόμη χειρότερο- με άλλα λόγια πιστεύουν ό,τι τους λένε οι άλλοι».

«Σε ποια κατηγορία ανήκουν οι πολιτικοί που μιλάνε περιφρονητικά για τον ομπιβάτελ, για τις γνώμες των ομπιβάτελ, για τα ενδιαφέροντα των ομπιβάτελ;» ρώτησε κάποιος.

«Είναι το χειρότερο είδος ομπιβάτελ», είπε ο Γ. «δηλαδή ομπιβάτελ χωρίς θετικά γνωρίσματα που να καλύπτουν τις άσχημες πλευρές τους, ή είναι τσαρλατάνοι, παράφρονες ή μασκαράδες».

«Αποκλείεται να υπάρχουν τίμιοι και καθωσπρέπει άνθρωποι ανάμεσα στους πολιτικούς;» ρώτησε κάποιος.

«Όχι βέβαια», είπε ο Γ., «αλλά τότε, δεν είναι πρακτικοί άνθρωποι, είναι ονειροπόλοι και τους χρησιμοποιούν οι άλλοι σαν παραπέτασμα για να σκεπάζουν τις βρωμιές τους.

«Ο ομπιβάτελ ίσως να μην το ξέρει με φιλοσοφικό τρόπο, δηλαδή να μην μπορεί να το διατυπώσει, αλλά ξέρει ότι τα πράγματα "γίνονται μόνα τους"• και το ξέρει απλώς, με τη δική του πρακτική εξυπνάδα- γι' αυτό, γελάει από μέσα του μ' αυτούς που νομίζουν, ή που θέλουν να τον βεβαιώσουν, ότι είναι κάτι, ότι κάτι εξαρτάται από τις αποφάσεις τους, ότι μπορούν να αλλάξουν κάτι ή γενικά, να κάνουν κάτι. Γι' αυτόν, αυτό δεν είναι σοβαρότητα. Και η κατανόηση αυτού που δεν είναι σοβαρό, μπορεί να τον βοηθήσει να εκτιμήσει αυτό που είναι σοβαρό».








Δημοσίευση σχολίου